Η Παρισινή Κομμούνα

ImageΔεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι εποχές που διανύουμε αποτελούν γόνιμο έδαφος για κοινωνική έρευνα και πολιτική ανάλυση. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι χύνεται (υπερ)αρκετό μελάνι και παρατηρείται μια ραγδαία αύξηση των κάθε λογής ηθικολόγων και διαμορφωτών κοινής γνώμης που προσπαθούν, είτε με επιστημονικοφανείς θεωρίες περί άκρων, είτε χειραγωγώντας μέσω των συμβατικών Μ.Μ.Ε, να μας πείσουν ότι η βία πρέπει να καταδικάζεται απ’όπου και αν προέρχεται. Ο Καρλ Μαρξ όμως έχει διαφορετική άποψη. Υποστηρίζει ότι κάθε νέα κοινωνική μορφή γεννιέται δια της βίας. Συνεπώς, αν υποθέσουμε ότι η παρούσα πραγματικότητα είναι άδικη συνάγουμε πως ο μόνος τρόπος να γεννηθεί δικαιοσύνη, σύμφωνα με την θέση του Μαρξ, είναι δια της βίας (;). Ας μην βγάλουμε όμως εύκολα και βιαστικά συμπεράσματα.

Παρισινή Κομμούνα και εμπλεκόμενοι φορείς

Το ιστορικό παράδειγμα μπορεί να αποτελέσει το μίτο της Αριάδνης και να μας οδηγήσει στην διάψευση ή στην επαλήθευση οποιουδήποτε ισχυρισμού. Εδώ, μελετάμε την Παρισινή Κομμούνα η οποία έλαβε χώρα στις 28 Μαρτίου το 1871 κατά τη διάρκεια του γαλλοπρωσικού πολέμου. Ανέλαβε τις εξουσίες τις Εθνοφρουράς, εκπροσωπώντας ένα ευρύ ιδεολογικό φάσμα: Δημοκράτες και ριζοσπάστες αστούς, σοσιαλιστές, ανεξάρτητους επαναστάτες, μαρξιστές και αναρχικούς. Από τη σύνθεσή της είναι προφανές ότι η ηγεσία της Κομμούνας δεν είχε σαφές ιδεολογικό περίγραμμα κι έτσι δεν κατάφερε να λειτουργήσει αποτελεσματικά.

Αιτία του παραπάνω πολέμου υπήρξε η προσπάθεια δημιουργίας  ενιαίου γερμανικού κράτος, υπό Πρωσική ηγεμονία, κάτι που δεν θα μπορούσε να αποδεχτεί η Γαλλική Αυτοκρατορία, καθώς η πρώτη θα αποτελούσε απειλή για την πολιτική κυριαρχία της τελευταίας στην Ευρώπη. Και όπως συνηθίζεται να συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις χρειαζόταν μια αφορμή για να ανοίξει ο ασκός του Αιόλου. Αυτή βρέθηκε στον άδειο θρόνο της Ισπανίας, για τον οποίο υποψήφιος ήταν ο πρίγκιπας της Πρωσίας, Λεοπόλδος. Η Γαλλία όμως θεώρησε προσβολή την υποψηφιότητα του και ως φυσικό επακόλουθο ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης έσυρε την 2η γαλλική αυτοκρατορία σε πόλεμο με την Πρωσία, της οποίας καγκελάριος ήταν ο πολυσυζητημένος, Μπίσμαρκ.

Όπως έγινε ήδη σαφές οι κρατικοί φορείς που εμπλέκονται ενεργά στον γαλλοπρωσικό πόλεμο είναι οι δυο αυτές ηπειρωτικές δυνάμεις (Γαλλία και Πρωσία). Δεν θα ήταν σφάλμα ωστόσο αν συμπεριλάβουμε και την τσαρική Ρωσία, ως ένα παθητικό δρων, καθώς ο τσάρος ήλπιζε να διαλυθούν μεταξύ τους οι πολεμοχαρείς, για να πέσει σαν από μηχανής θεός η ηγεμονία της Ευρώπης στον ίδιο.

Στους παραπάνω έρχονται να προστεθούν και οι πολιτικοί φορείς οι οποίοι ενεπλάκησαν στον πόλεμο με ποικίλους τρόπους. Αξίζει να θίξουμε εν συντομία κάποιους από αυτούς όπως οι εξής πολιτικές ομάδες στη Γαλλία: Μπλανκιστές, Ορλεανιστές, βοναπαρτιστές, και με την καθοριστική τρόπο, όπως αργότερα θα αποδειχθεί, οι απλοί εργαζόμενοι, οι οποίοι όχι τόσο από ταξική συνείδηση όσο υποκινούμενοι από επαναστατικό ένστικτο, έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο  στη συνέχεια. Η εκκλησία είναι ένας άλλος πολιτικός φορέας που διαδραμάτισε έναν αναμενόμενα συντηρητικό ρόλο στη συνέχεια του πολέμου κάτι που έκανε και ο στρατός μέχρι την 18η Μαρτίου όποτε και σημαντικό κομμάτι του αποστάτησε από την κυβέρνηση του Θιέρσου για να πάει στην αγκαλιά του λαού. Δεν θα μπορούσαμε να παραβλέψουμε το εκλογικό σώμα τόσο όταν μιλάμε για την κομμούνα και μόνο όσο και για όλη τη Γαλλία. Ήταν άλλωστε αυτό που εξέλεξε την κεντρική επιτροπή όσον αφορά το Παρίσι και την φιλομοναρχική κυβέρνηση του Θιέρσου σε εθνικό επίπεδο.  Λέσχες, ενώσεις και συνδικάτα τέλος, ήταν οι πολιτικοί φορείς όπου ζυμώθηκαν εκείνες οι συνειδήσεις που σύντομα θα αποτελούσαν την κινητήρια δύναμη της κομμούνας.

Από την άλλη μεριά, ως πολιτικό φορέα μπορούμε να χαρακτηρίσουμε και την ισχυρή προσωπικότητα του Μπίσμαρκ καθώς επίσης και τον Πρωσικό στρατό. Έχει ενδιαφέρον επίσης να αναφέρουμε άλλους δυο πολιτικούς φορείς οι οποίοι έχουν ένα ιδιόμορφο χαρακτήρα. Τον διεθνή τύπο (και τον εσωτερικό προφανώς ) καθώς  και την Διεθνή Ένωση Εργατών, η οποία με συχνές παρεμβολές προσπάθησε να επηρεάσει και να αφυπνίσει της εργατικές συνειδήσεις  οι οποίες πολεμούσαν προς συμφέρον της άρχουσας τάξης.

«Οι προλετάριοι του Παρισιού μέσα από τις αποτυχίες και τις προδοσίες των κυρίαρχων τάξεων  κατάλαβαν ότι ήρθε η ώρα να σώσουν την κατάσταση, παίρνοντας στα χέρια τους την διεύθυνση των δημοσίων υποθέσεων … κατάλαβαν ότι είναι επιτατικό τους καθήκον και απόλυτο δικαίωμά τους να γίνουν κύριοι της τύχης τους και να πάρουν στα χέρια τους την κυβερνητική εξουσία»

Ήταν η δεύτερη μέρα του Αυγούστου του 1871 όταν ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης, «ο άνθρωπος ο οποίος έπαιζε επί 18 ολόκληρα χρόνια την απάνθρωπη φάρσα της παλινορθημένης αυτοκρατορίας» (Καρλ Μαρξ ) χτυπούσε τις καμπάνες του πολέμου. Δυο μέρες μετά τα γαλλικά στρατεύματα κατατροπώνονται στο Wissenburg. Ενώ, δυο εβδομάδες αργότερα και συγκεκριμένα στις 18 Αυγούστου ο Βασικός όγκος του γαλλικού στρατού πολιορκείται στο Metz. Τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα στο Σεντάν όπου πολιορκείται άλλη στρατιά από τις 27 Αυγούστου – 1 Σεπτέμβρη. Την επομένη η ίδια στρατιά θα συνθηκολογήσει με διαταγή του αυτοκράτορα καθώς η συντριπτική ήττα ήταν πια  ολοφάνερη. «Ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης ο οποίος είχε σφετεριστεί την εξουσία  εκμεταλλευόμενος την ταξική πάλη στην Γαλλία και που την παράτεινε με μια σειρά εξωτερικούς πολέμους», μαζί με 84.000 άντρες ήταν τώρα αιχμάλωτοι του Μπίσμαρκ. Γεγονός που σημαίνει πως ο δρόμος για το Παρίσι είναι ανοιχτός και ο καγκελάριος θα ξεκινήσει άμεσα προς την πρωτεύουσα την οποία στη συνέχεια  πολιορκεί.

Αυτή ήταν η πορεία του γαλλοπρωσικού πολέμου, ήτοι η κορυφή του παγόβουνου,  ο οποίος στη συνέχεια θα έχει μια εντελώς διαφορετική μορφή. Ενδεικτικό είναι ότι τόσο ο Βασιλιάς της Πρωσίας όσο και ο καγκελάριος δήλωναν πριν το πόλεμο ότι αναγκάζονται να κάνουν τον πόλεμο καθώς οφείλουν να υπερασπιστούν εαυτούς από τον καταχτητή. Τώρα όμως τα πράγματα άλλαξαν. Αυτό που ονομάστηκε «αμυντικός πόλεμος» μετατράπηκε σε επεκτατικό πόλεμο, καθώς στις επικείμενες διαπραγματεύσεις η Γερμανία θα προσαρτήσει τόσο την Λωραίνη, όσο και την Αλσατία, και σαν να μην έφτανε αυτό η Γαλλία υποχρεώθηκε να καταβάλει στους νικητές το ποσό των 5. 000. 000.000 φράγκων.

Η συνθηκολόγηση αυτή είχε, όπως μπορεί να καταλάβει ο καθείς, διαφορετικές επιπτώσεις για τους νικητές και διαφορετικές για τους νικημένους. Ο Μπίσμαρκ κατάφερε το στόχο του, ο οποίος δεν ήταν άλλος παρά μια ταύτιση της πολιτικής ισχύος του γερμανικού χώρου με την οικονομία του (σ.σ ή οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας ήταν ιλιγγιώδης αυτή την εποχή, χωρίς αυτό να αντανακλώνταν σε πολιτικό επίπεδο).  Με άλλα λόγια η Γερμανία μέσω του πολέμου βρήκε την ευκαιρία να ολοκληρώσει την ενότητα της Γερμανίας, να εξασθενίσει τη Γαλλία, αλλά και να καταλάβει τις στρατηγικής σημασίας γαλλικές επαρχίες Αλσατία και Λωραίνη. Στις 18 Γενάρη του 1871 μάλιστα ο βασιλιάς της Πρωσίας Γουλιέλμος ανακηρύχτηκε σε «Αυτοκράτορα της Γερμανίας». Αυτή ήταν η ληξιαρχική πράξης γέννησής της σαν ενιαίου κράτους.

Για την ηττημένη Γαλλία όμως τα πράγματα δεν είναι καθόλου ευχάριστα. Η είδηση της συνθηκολόγησης γίνεται γνωστή την ίδια μέρα (2 Σεπτεμβρίου) και προκαλεί  κοινωνικό αναβρασμό. Συνέρχεται επειγόντως το νομοθετικό σώμα του Παρισιού και παίρνει πολλές ριζικές αποφάσεις. Από τις πιο σημαντικές είναι:

  • Κατάργηση της μοναρχίας και εγκαθίδρυση της δημοκρατίας.
  • Δημιουργία κυβέρνησης «εθνικής άμυνας».
  • Δημιουργία εθνοφρουράς για την υπεράσπιση της πόλης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει να δούμε την «ταξική σύνθεση» αυτών των δυο παραπάνω σωμάτων.  Θα διαπιστώσουμε ότι η κυβέρνηση βρίσκεται υπό την καθοδήγηση αστών κεφαλαιοκρατών οπαδών, ενώ η εθνοφρουρά αποτελείται από ένοπλους εργάτες και μικροαστούς. Όπως θα τονίσει και ένας μελετητής της κομμούνας, υπάρχουν δυο τάσεις στους κόλπους της Πρωτεύουσας: α) οι μετριοπαθείς και β) οι ριζοσπάστες. Οι μεν πρώτοι είναι φύλα προσκείμενα στα κεφαλαιοκρατικά συμφέροντα, θέλουν να συνθηκολογήσουν όπως θα δούμε και στη συνέχεια και απαιτούν (ή μάλλον η πραγματικότητα απαιτεί από αυτούς) κυρίως πολιτικές μεταρρυθμίσεις, οι δε δεύτεροι, έχουν κοινωνικά αιτήματα και αξιώνουν να αλλάξουν ολοκληρωτικά την κοινωνική δομή. Την απόγνωση και την φρίκη όμως του να ζει κανείς στα ερείπια ενός κόσμου που μετρούσε τις τελευταίες του στιγμές δεν τις μοιραζόντουσαν όλοι στον ίδιο βαθμό στους κόλπους της εθνοφρουράς. Έχουμε και εκεί πολλές υποδιαιρέσεις καθώς υπάρχουν διάφορες τάσεις ως προς τον τρόπο που πρέπει να βαδίσει η κομμούνα, με άλλα λόγιο υπάρχει και ένα κομμάτι της εθνοφρουράς το οποίο θα μπορούσαμε να το αποκαλέσουμε, αναλαμβάνοντας την ίδια στιγμή τον κίνδυνο να υποπέσουμε σε μια αντίφαση, «μετριοπαθείς ριζοσπάστες».

Η ακτινογραφία της παρισινής κομμούνας

Θα ξαναπιάσουμε το νήμα από την πολιορκία της πρωτεύουσας από τους Πρώσους στις 19 Σεπτεμβρίου. Με την πάροδο του χρόνου και την ασταμάτητη πίεση  η κατάσταση στο Παρίσι χειροτερεύει με αποτέλεσμα η εξαθλίωση και οι στερήσεις των βασικών αναγκών να μεγαλώνουν ολοένα και περισσότερο. Σύμφωνα με μεταγενέστερες απογραφές για τις «συνθήκες επιβίωσης στο πολιορκημένο Παρίσι, αξιοσημείωτο  είναι ότι  φαγώθηκαν 1200 σκύλοι, 5000 γάτες, 65000 άλογα, και όλα τα ζώα του τοπικού ζωολογικού κήπου». Η κατάσταση επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο με τις εκλογές της 7ης Φεβρουαρίου για την ανάδειξη κυβέρνησης που θα επικύρωνε την ανακωχή αλλά και τους όρους ειρήνης που θα υπογραφόταν. Στην εθνοσυνέλευση κυριαρχούν οι μοναρχικοί με 450 βουλευτές. Σχηματίζεται κυβέρνηση με τον Θιέρσο επικεφαλής ο οποίος αναλαμβάνει να διαπραγματευτεί για την συνθήκη της ειρήνης. Στις 26 Φεβρουαρίου γίνονται γνωστοί οι όροι της συνθήκης ( που έχουμε ήδη αναφέρει πιο πάνω) και επικυρώνονται από την κυβέρνηση  στη 1η του Μάρτη.

Η εθνοφρουρά όμως, υπενθυμίζω αποτελείται κατά κύριο λόγο από εργάτες, απορρίπτει την ανακωχή. Ενώ, την ίδια στιγμή πληθαίνουν οι φωνές που υποστηρίζουν μια ένοπλη αντίσταση. Αν και βρέθηκε απροετοίμαστοι μπροστά στα γεγονότα, η κυβέρνηση του Θιέρσου  προσπάθησε να προλάβει τις εξελίξεις με αποτέλεσμα στις 18 του Μάρτη κυβερνητικά στρατεύματα να εισβάλουν σε εργατικές συνοικίες και απαιτούν την παράδοση των όπλων από την εθνοφρουρά. Πλανιόντουσαν πλάνην οικτράν.

Όχι μόνο οι εργάτες δεν παρέδωσαν τα όπλα αλλά και σημαντικός αριθμός στρατιωτών δεν υπάκουσαν σε διαταγές των ανωτέρων τους. Η μέρα αυτή συνιστά την γέννηση της κομμούνας. Η μόνη οργάνωση του λαού που υπάρχει τώρα είναι η κεντρική επιτροπή της εθνοφρουράς η οποία αποτελείται από εκλεγμένους αντιπροσώπους των ενόπλων εργατών. Η επανάσταση, ως ένα παιδί που βιάζεται να έρθει στον κόσμο, ήρθε νωρίτερα από ο,τι όλοι περίμεναν. Οι επαναστάτες χαρακτηρίστηκαν από όλους τους συντηρητικούς κύκλους (κλήρος – μοναρχικοί – ορλεανιστές – διεθνής τύπος ) ως βάρβαροι που καταστρέφουν την δομή του πολιτισμένου κόσμου. Την δομή εκείνη δηλαδή που οργανώθηκε κοινωνικά για την κοινωνική υποδούλωση.

Όμως «Τι είναι η κομμούνα, αυτή η σφίγγα που υποβάλει σε τόσο σκληρή δοκιμασία το αστικό μυαλό» όπως παραδειγματικά βάζει το ερώτημα ο Μαρξ στο «εμφύλιος πόλεμος της Γαλλίας».

Σε γενικές γραμμές μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η κομμούνα είναι η άρνηση της αστικής τάξης από το αναδυόμενο ταξικό θηρίο, το προλεταριάτο. Το θηρίο αυτό θα κληθεί να παίξει το ρόλο του «Οιδίποδα» που με την ενηλικίωση – ωρίμανση – συνειδητοποίηση του οφείλει να αφανίσει την μήτρα που την γέννησε, την κεφαλαιοκρατία.  Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Schulkind  (βλ. Schulking , σελ 396) η παρισινή κομμούνα παρομοιάζεται με την Γαλλική Επανάσταση, οι αριστοκράτες του παλαιού καθεστώτος με τους αστούς / ιδιοκτήτες ενώ οι εργάτες με τους επαναστάτες.  Η κομμούνα είναι αυτό που όλοι τρέμουν, είναι η κυβέρνηση της εργασίας, είναι η «δικτατορία του προλεταριάτου» , με τα λόγια του Μαρξ: «ήταν η πρώτη επανάσταση με την οποία η εργατική τάξη αναγνωρίστηκε ανοιχτά σαν η μόνη τάξη που ήταν ακόμη ικανή για κοινωνική πρωτοβουλία» ή με εκείνα του Κροπότκιν: « η κομμούνα συναρπάζει τις καρδιές όχι με όσα έκανε αλλά με ότι υπόσχεται να κάνει κάποια μέρα». Η κομμούνα θα προσθέσουμε εμείς ήταν μια πολιτική οργάνωση της κοινωνίας από την εργασία, σε αντιπαράθεση με το κεφάλαιο, που απογύμνωσε κυριολεκτικά την κρατική μηχανή και είδε μέσα της, το αντικαθρέφτισμα τόσο του κεφαλαιοκράτη, όσο και του πνευματοκράτη, οι οποίοι, θα συμπληρώσει ο Μαρξ, ζουν εις βάρος της απαλλοτριωμένης εργατικής συνείδησης. Εις βάρος και χάριν αυτής της διαστρεβλωμένης συνείδησης δυο εχθρικά κράτη όπως η Γερμανία και η Γαλλία κατά παράδοξο φαινομενικά τρόπο συνεργάστηκαν για να καταπνίξουν την κομμούνα πριν εξαπλωθεί ως βακτήριο σε όλα το κοινωνικό σώμα καθώς όπως ορθά λέγεται το ταξικό ένστικτο της αστικής τάξης καταλαβαίνει ότι η ανατροπή της σε μια χώρα είναι κακό παράδειγμα για τις  υπόλοιπες.

Τα σπέρματα ελευθερίας και ελπίδας που άφησε η κομμούνα για ένα καλύτερο μέλλον χωρίς εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους πάντως αποτυπώθηκαν στο συλλογικό συνειδησιακό όλων των καταπιεζομένων καθώς όμως και σε μια άλλη διάσταση. Σ’εκείνη των διαταγμάτων που εξέδωσε όσο διήρκησε η σύντομη ζωή της (σ.σ 72 μέρες). Κλείνουμε αυτό το σκέλος της εργασίας καταγράφοντας μερικά από αυτά.

Κατάργηση στρατολόγησης – δεν μπορεί να συγκροτηθεί καμιά στρατιωτική δύναμη στο Παρίσι πλην της εθνοφρουράς – η εκκλησία διαχωρίζεται από το κράτος – καταργείται ο προϋπολογισμός για την λατρεία – εθνικοποιήσει της εκκλησιαστικής εξουσίας – δημόσια και δωρεάν παιδεία.

Έθνος –  Τάξη

Το τέλος της Κομμούνας υπήρξε τραγικό καθώς oι κυρίαρχες τάξεις της Γαλλίας θέλησαν να τιμωρήσουν παραδειγματικά το προλεταριάτο για το γεγονός ότι αμφισβήτησε την εξουσία τους. Στην επιδίωξή τους αυτή βρήκαν αρωγό, όπως ήδη αναφέραμε, τους πρώην εχθρούς τους, δηλαδή την πρωσική ολιγαρχία. Ποιος είναι όμως ο συσχετισμός μεταξύ της έννοιας του «έθνους» με αυτή της «τάξης» με την λήξη του πολέμου; Μπορεί το εθνικό καθήκον να έρθει σε σύγκρουση με το ταξικό συμφέρον; Και αν τελικά επικρατούσε η κοινωνική οργάνωση σε κομμούνες τι θα γινόταν με την έννοια του έθνους;

Τα παραπάνω ερωτήματα δεν μπορούν να απαντηθούν αν δεν έρθει στο προσκήνιο μια άλλη, έννοια, αυτή που στη θεωρία του Thomas Hobbes, συγκροτείται στο πρόσωπο του Λεβιάθαν, το κράτος και η περιβόητη κρατική μηχανή. Είναι αυτές οι έννοιες κλειδιά που θα μας οδηγήσουν να αποκωδικοποιήσουμε την σχέση Έθνους – Τάξης. Το ζητούμενο εδώ είναι να ξέρουμε ποια κοινωνική τάξη ελέγχει την κρατική μηχανή. Άπαξ και απαντηθεί αυτό έχουμε αυτομάτως πάρει την απάντηση και στο ποια τάξη είναι το έθνος και ποια εκπροσωπεί απλώς μια υποκουλτούρα. Αν και λαχταρά να εκπροσωπεί την ενότητα του έθνους, το κράτος ως μηχανή ταξικής κυριαρχίας, δεν πράττει τίποτε διαφορετικό από το να γενικεύσει –ομογενοποιήσει πλασματικά την εικόνα του έθνους. Ας μην πέσουμε όμως σε αυτή την δομική παγίδα που σκοπό έχει να παρουσιάσει την εκάστοτε κυρίαρχη τάξη ως την πρέσβειρα του έθνους.

Ακόμα χειρότερα όταν τρέφουμε αυταπάτες και έχουμε καταβροχθίσει την κομψή εκείνη θεωρία που απαντάται στο πατριωτικό ένστικτο. Τι άλλο είναι ο πατριωτισμός αν όχι ένας βασικός πυλώνας του καθεστώτος και βολεύει εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους. Τους πρώτους μεν από πολιτική επιλογή ενώ τους δεύτερους από μη συνειδητοποίηση της ταξικής προέλευσης.

Αν θέσουμε την ερώτηση ακόμα πιο ωμά θα διαπιστώσουμε ότι θα καταλήξουμε στο ίδιο συμπέρασμα. Εάν επί παραδείγματι οπού τάξη, διαβάσουμε, κεφαλαιοκρατική, και όπου έθνος, μια οντότητα η οποία εμπεριέχει την πρώτη, και έρθουν σε σύγκρουση αυτές οι δυο υπάρξεις όσοι θεωρήσουν πως η κεφαλαιοκρατία θα αφήσει να περάσουν από την πόρτα πρώτα τα συμφέροντα του έθνους ως ένα δείγμα καλοσύνης (τζεντελμανισμού) θα διαπράξει αδιόρθωτο σφάλμα. Αν όμως τώρα όπου τάξη διαβάσουμε εργατική και η έννοια του έθνους παραμένει ως έχει, η εργασία και οι φορείς της θα είναι έτοιμοι να σφαχθούν το ένα με το άλλο γιατί πάνω από όλα για αυτούς είναι το έθνος. Αυτή ακριβώς η συνείδηση αποτελεί μια διαστρεβλωμένη συνείδηση η οποία χρειάζεται επειγόντως θεραπεία και το φάρμακο της είναι η ταξική επίγνωση. Στην περίπτωση μας η κομμούνα αποτελεί στιγμή έντασης της μη αλλοτριωμένης κοινωνικής συνείδησης καθώς ο εργάτης έθεσε σε προτεραιότητα τα συμφέροντά του έναντι του έθνους. Και ο τρόπος που το έκανε αυτό είναι αμφισβητώντας, μάλλον καταργώντας, την έννοια εκείνη η οποία γενίκευε σε έθνος το πρόσωπο του κεφαλαιοκράτη. Τολμώ να το θέσω εγελιανά, ξαναμπήκε στον  αγώνα της αναγνώρισης αυτή τη φορά όμως σχεδόν με όμοιες αξιώσεις με αυτές του ισχυρού αντιπάλου. Μπορούμε τώρα να ισχυριστούμε εκ του ασφαλούς ότι ο εθνικός πόλεμος είναι μια κυβερνητική απάτη και γίνετε για να αναβάλει την πάλη των τάξεων, για να αποπροσανατολίσει τους εκμεταλλευόμενους.

Ο Μαρξ υποστηρίζει πως αν επικρατούσε η Κομμούνα η ενότητα του έθνος δεν θα έσπαγε μα αντίθετα θα οργανωνόταν με το καθεστώς της κομμούνας. Λαμβάνοντας υπόψη την σχέση που ανέπτυξα πιο πάνω θεωρώ ότι με την επικράτηση της κομμούνας η έννοια του έθνους θα είχε μετατοπιστεί και λίγες θα ήσαν οι ομοιότητες της με τον σημερινό τρόπο αντίληψης. Σε αυτό βοηθά και το παράδειγμα του Μπισμαρκ και η λυσσασμένη του πολιτική για την ένωση του γερμανικού χώρου για να διοικήσει όπως έχουμε πει μια ισχυρή πολιτική δύναμη, που μεταφράζεται σε ένα ισχυρό πολιτικό κράτος και το κράτος με τι σειρά του θα μας οδηγήσει στο έθνος. Δεν ισχυρίζομαι εδώ ότι το έθνος είναι μεταγενέστερο του κράτους αλλά ότι το κράτος τροφοδοτεί την έννοια του έθνους με μια διαφορετική χροιά. Το κράτος τροφοδοτείται με τι σειρά του από τις κοινωνικές τάξεις, ή ακόμα πιο συγκεκριμένα από τις κοινωνικο – παραγωγικές σχέσεις.  Αν και υπάρχει μια άλλη οπτική , την οποία  παραθέτω: η κομμούνα κλήθηκε τότε να κουβαλήσει στις πλάτες της τόσο τον ταξικό όσο και τον εθνικό αγώνα.

Εξάγουμε το συμπέρασμα οτι η Κομμούνα του Παρισιού είναι πάνω από όλα μια επαναστατική απόπειρα της εργατικής τάξης να πάρει την εξουσία στα χέρια της σε τοπικό επίπεδο, καταργώντας τις συγκεντρωτικές δομές του κράτους.Τα ιστορικό και κοινωνικό αυτό αίτημα φαίνεται να έχει αποδεσμευτεί από τα στενά της χρονικά όρια και να διέπεται από μια διαχρονική αξία η οποία κραυγάζει για την πραγματοποιήσή της. Σε σένα σε μένα και στον καθένα έλαχε ο κλοίρος για νε φέρουμε εις πέρας αυτό το ιστορικό στοίχημα.

ΑΡ.ΕΝ Ρεθύμνου

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s